Brain gain; Όχι ακόμη… Έξι Έλληνες του εξωτερικού εξηγούν γιατί

at 1:45 μμ
33
Brain gain; Όχι ακόμη... Έξι Έλληνες του εξωτερικού εξηγούν γιατί

Σχεδόν μισό εκατομμύριο Έλληνες, στην πλειονότητά τους νέοι και με σπουδές, έφυγαν από το 2008 και έπειτα.

Της Νατάσας Στασινού

Η κορύφωση του κύματος του brain drain ήρθε στα χρόνια της κρίσης χρέους και υπολογίζεται ότι μας στοίχισε 15 δισ. ευρώ. Τώρα εν μέσω μίας άλλης μεγάλης κρίσης- αυτή της πανδημίας του νέου κορωνοϊού- στόχος είναι η τάση να αναστραφεί με το κράτος να βγάζει το «όπλο» των φορολογικών κινήτρων από την φαρέτρα. Είναι όμως αυτό αρκετό;

Οι Έλληνες που έφυγαν δεν βρήκαν μόνο περισσότερες ευκαιρίες εργασίας και υψηλότερες αμοιβές στους τόπους όπου μετανάστευσαν. Πολλοί βρήκαν ένα πιο οργανωμένο κράτος, ξεκάθαρο τοπίο για τις κοινωνικές παροχές, υποχρεώσεις και δικαιώματα, που ισχύουν για όλους, σταθερότητα στο φορολογικό και ρυθμιστικό πλαίσιο. Παράγοντες που κάνουν τη ζωή πιο εύκολη, που δίνουν ποιότητα στην καθημερινότητά μας. Παράγοντες που κρατούν μεγάλη μερίδα εκείνων που έφυγαν στα χρόνια της κρίσης στο εξωτερικό, όπως προκύπτει και από τα όσα λένε στο MoneyReview 6 Έλληνες που ζουν και εργάζονται τα τελευταία χρόνια σε άλλες ευρωπαϊκές χώρες. Αυτοί μας εξηγούν γιατί ενώ τα φορολογικά κίνητρα, που ανακοινώθηκαν πρόσφατα είναι στη σωστή κατεύθυνση, δεν επαρκούν για τη μεγάλη επιστροφή. Αλλά και αφήνουν μία νότα αισιοδοξίας: δεν είναι καθόλου ανέφικτο η χώρα να γίνει ένας προορισμός που προσελκύει όχι μόνο από τους δήμους, αλλά και ξένους εργαζομένους.

Αγγελική Καραμπάση: Έντονη η σκέψη να επιστρέψω, αλλά…

Αν υπάρχει κάτι που με αποθαρρύνει την συγκεκριμένη χρονική στιγμή από το να γυρίσω στην Ελλάδα είναι ο φόβος της διαδικασίας εύρεσης εργασίας.

Η Αγγελική Καραμπάση μετακόμισε στην Αγγλία τον Σεπτέμβριο του 2015 για σπουδές. Ολοκληρώνοντας το μεταπτυχιακό της βρήκε αμέσως θέση πλήρους απασχόλησης σε δημόσιο σχολείο. «Εφόσον μου δίνεται η ευκαιρία γιατί να μην δοκιμάσω εδώ; Και επιστρέφω στην Ελλάδα αργότερα» σκέφτηκε. 5,5 χρόνια μετά είναι ακόμη εκεί και διδάσκει PSHE (Personal, Social, Health and Economic education) – μάθημα αντίστοιχο της κοινωνικής και πολιτικής αγωγής- σε ένα γυμνάσιο, ενώ συζεί με τον σύντροφό της.

«Τα τελευταία 2 χρόνια η σκέψη του να γυρίσω στην Ελλάδα γίνεται όλο και εντονότερη, δεδομένου του ότι έχω πάρει την σχετική επαγγελματική εμπειρία που ήθελα εδώ, δεν φιλοδοξώ για κάποια ανώτερη θέση και έχω ζήσει πλέον τις εμπειρίες που αναζητούσα και με γοήτευαν στην σκέψη του να ζω στο εξωτερικό» λέει στο «MR». Αλλά η σκέψη δεν έχει γίνει πράξη. «Αν υπάρχει κάτι που με αποθαρρύνει την συγκεκριμένη χρονική στιγμή από το να γυρίσω στην Ελλάδα είναι ο φόβος της διαδικασίας εύρεσης εργασίας και ΄ίσως σε αρχικό στάδιο η συγκατοίκηση με την οικογένεια μου μετά από χρόνια ανεξάρτητης καθημερινότητας από αυτήν» εξηγεί. Και ενώ για αρκετούς Ιταλούς, όπως έγραφε πρόσφατα δημοσίευμα των NYT, η πανδημία λειτούργησε ως κίνητρο επιστροφής στην πατρίδα τους (αν και μάλλον προσωρινής), για την Αγγελική Καραμπάση είναι ακόμη ένα εμπόδιο. «Η πανδημία είναι επίσης ένας από τους παράγοντες που συμβάλλουν στο να σκέφτομαι ότι φέτος ίσως και να μην είναι η καλύτερη χρόνια για να επιστρέψω στην Ελλάδα». Όσο για τα κίνητρα που έχουν τεθεί σε εφαρμογή; «Είναι ενθαρρυντικά αλλά όχι επαρκή καθώς δεν συσχετίζονται άμεσα με την εγγύηση της εύρεσης εργασίας».

Ηλίας Σιαμπλής: Ποιοτική ζωή με λιγότερο άγχος

Δευτέρα έως Πέμπτη στο εξωτερικό, Παρασκευή, Σάββατο, Κυριακή στην πατρίδα. «Dream life! Κάθε ΣΚ διακοπές στην Ελλάδα» όπως λένε οι συνάδελφοί του.

Ο Ηλίας Σιαμπλής, μηχανικός και πατέρας δύο παιδιών, εργάζεται στη Γερμανία από το καλοκαίρι του 2017. Εκείνη την εποχή η φορολογία είχε ήδη αυξηθεί για τους ελευθέρους επαγγελματίες, μας εξηγεί. Τον Ιανουάριο του 2017 οι ασφαλιστικές εισφορές των μηχανικών τριπλασιάστηκαν. Την ίδια χρονιά ο ίδιος ήρθε αντιμέτωπος με μία φορολογική εκκαθάριση προηγουμένων ετών που σχεδόν του μηδένισε την έως τότε αποταμίευση. «Η φυγή στο εξωτερικό ήταν μόνοδρομος», παρόλο που η οικογένειά του δεν ήταν έτοιμη να ακολουθήσει. «Οι οικονομικές απολαβές και η προοπτική εξέλιξης έκαναν την απόφαση πιο εύπεπτη» λέει στο «MR».

Τους πρώτους έξι μήνες εργαζόταν δύο ή τρεις εβδομάδες το μήνα στη Γερμανία και τις υπόλοιπες εξ αποστάσεως από την Ελλάδα. Στη συνέχεια οι υποχρεώσεις στην εργασία του αυξήθηκαν και έπρεπε να βρίσκεται κάθε εβδομάδα στη Γερμανία. Ακολούθησε λοιπόν ένα νέο μοτίβο. Δευτέρα έως Πέμπτη στο εξωτερικό, Παρασκευή, Σάββατο, Κυριακή στην πατρίδα. «Dream life! Κάθε ΣΚ διακοπές στην Ελλάδα» όπως λένε οι συνάδελφοί του.

Δεν είναι όμως εξαντλητικό; «Πάντα δούλευα για πελάτες στο εξωτερικό, από την πρώτη ακόμη δουλειά μου μετά το πανεπιστήμιο. Συχνά έπρεπε να ταξιδεύω, οπότε το αεροδρόμιο και οι πτησεις μου ήταν κάτι πολύ οικείο σαν διαδικασία» μας λέει. Η δυσκολία ήταν αλλού: «Αυτό που δεν ήταν καθόλου εύκολο ήταν να μάθω να ζω μόνος. Τον ελεύθερο μου χρόνο ταξίδευα ή μαγείρευα ή απλά εργαζόμουν περισσότερο. Χωρίς ελεύθερο χρόνο είναι δύσκολο να ενταχθείς».

Η πανδημία και οι περιορισμοί στα ταξίδια έφεραν τον Ηλία Σιαμπλή πίσω στη χώρα του για μεγαλύτερο διάστημα, αλλά όχι ως φορολογικό κάτοικο. Εξακολουθεί να εργάζεται για γερμανική εταιρεία εξ αποστάσεως ως Program Manager, δηλαδή υπεύθυνος έργων και ομάδων. Για να γινεί αυτό σωστά πρέπει να ταξιδεύει και εντός Γερμανίας για να καταγράφει το πώς προχωρούν τα έργα και να καταρτίζει τον σχεδιασμό με τα εμπλεκόμενα μέρη. Επίσης χρειάζεται να ταξιδεύει και σε άλλα τεχνολογικά hub (κέντρα παραδόσεων και παραγωγής) για παρακολούθηση και έλεγχο της διαδικασίας.

Ωστόσο σίγουρα έχει πλέον πολύ περισσότερο χρόνο να διαθέσει για τη σύζυγό του και τα παιδιά του και αυτό είναι πολύ σημαντικό. Εξάλλουν υπάρχουν υπάρχουν πια τα ψηφιακά εργαλεία και οι μεθοδολογίες, που επιτρέπουν σε ανθρώπους, που ζουν σε διαφορετικές χώρες και ζώνες ώρας να λειτουργούν αρμονικά και παραγωγικά, μας λέει. Αυτό δεν σημαίνει ότι όλα είναι ιδανικά. Η απόσταση αναπόφευκτα θα επηρεάσει κάποιες εργασίες. «Απομακρυσμένα είναι δύσκολο να παρουσιάσεις αποτελέσματα σε ένα ευρύ κοινό και να συμφωνήσεις σε πλάνα και θέματα διαχείρισης ρίσκου. Είναι ακόμη πιο δύσκολο να διαφωνήσεις εποικοδομητικά, να πείσεις τον συνομιλητή σου ή να σε πείσει εκείνος» εξηγεί.

Θα επιστρέψει λοιπόν στο εξωτερικό όταν λήξει η πανδημία; «Φυσικα, δεν εχω άλλη επιλογη! Είναι no brainer» απαντά. Πώς βλέπει τα κίνητρα που έχουν ανακοινωθεί; Δυστυχώς δεν είναι αρκετά, τονίζει. Στις οικονομικές απολαβές η διαφορά είναι πολύ μεγάλη, ενώ και οι κοινωνικές παροχές είναι σε πολύ καλύτερο επίπεδο. «Γενικά η καθημερινότητα ενός εργαζόμενου είναι πιο εύκολη λόγω υποδομών. Από τα ΜΜΜ έως τον χώρο εργασίας, το ωράριο και τους χώρους πρασίνου, όλα συμβάλλουν σε μία πιο ποιοτική ζωή με λιγότερο άγχος» εξηγεί.

Ένας επιπλεον παραγοντας είναι οι ευκαιρίες για εργασία. «Ο χωρος της πληροφορικης είναι εξαιρετικα ανταγωνιστικος και το ζητουμενο είναι να δραστηριοποιείσαι σε μια αγορα που σου παρεχει ευελιξια και επιλογες. Στην Ελλαδα δυστυχως οι επιλογες είναι περιορισμενες» τονίζει. Από την άλλη ο Ηλίας Σιαμπλής πιστεύει πως για έναν Ελληνα που δυσκολευεται ή απλα επιβιωνει στο εξωτερικό ή για κάποιον που είναι χρόνια στο εξωτερικό και έχει μεγάλη αποταμίευση ίσως τα κίνητρα να είναι αρκετά για την επιστροφή. Τονίζει δε πως θα πρέπει να δούμε τη μεγάλη εικόνα. Και αυτή δεν είναι μόνο πως θα επιστρέψουν Έλληνες στη χώρα, αλλά και πώς η Ελλάδα θα γίνει ένας εργασιακος παραδεισος για ολους τους digital nomads του εξωτερικου.

Πολλοί Γερμανοί συνάδελφοί του αντιλαμβάνονται, όπως προείπε, τη δική του ρουτίνα (τη δυνατότητα να είναι κάποιες ημέρες στην Ελλάδα δηλαδή) ως ονειρεμένη ζωή. «Φαντάσσου λοιπόν πόσο ευτυχισμένος θα ήταν κάποιος κεντρο- ή βορειοευρωπαίος αν ζουσε 7 ημερες την εβδομαδα στην Ελλάδα».

«Αληθεια ειμαστε τοσο μακρια από αυτό; Δεν είμαι σίγουρος ότι μας λείπουν τόσα πολλά. Δεν είναι ανέφικτο να δημιουργήσουμε τις συνθήκες ούτως ώστε ένας Αυστριακός να μετακομίσει στην Ελλάδα και να ζει 5 λεπτά μακριά από μια παραλία».

Μαρία Πατσατζή: Μεγάλο εμπόδιο; Το σχολείο

Η Μαρία Πατσατζή ζει στη Γερμανία από τον Μάιο του 2008. Έφυγε λοιπόν από τη χώρα λίγο πριν ξεσπάσει η παγκόσμια χρηματοπιστωτική κρίση και πριν μας χτυπήσει την πόρτα η άκρως επώδυνη κρίση χρέους. Είναι παντρεμένη με Γερμανό, αλλά αυτός δεν είναι ο λόγος που έμεινε εκεί. Μάλιστα εκείνος ήθελε να μετακομίσει στην Ελλάδα. Το 2008 εργάζονταν στην ίδια εταιρεία, η οποία έχει παρουσία και στη χώρα μας, και είχαν τη δυνατότητα να μείνουν σε κάποια θέση στην Ελλάδα.

Ωστόσο στο τμήμα έρευνας κ ανάπτυξης της ίδιας εταιρείας στη Γερμανία η Μαρία Πατσατζή είχε την ευκαιρία να εργαστεί ακριβώς επάνω στο θέμα που ειδικεύτηκε προπτυχιακά: Προσομοίωση και μελέτη ευστάθειας Συστημάτων Ηλ. Ενέργειας- εν προκειμένω αιολικών πάρκων. «Η απασχόληση σε πραγματικά συστήματα θα με πήγαινε επαγγελματικά πολύ πιο μπροστά από όσο μπορούσα ποτέ να φανταστώ στην Ελλάδα, όπου αυτό θα ήταν δυνατό μόνο αν έμενα στο ΕΜΠ για περαιτέρω έρευνα (ενδεχομένως στα πλαίσια ενός διδακτορικού) ή σε κάποιο φορέα, όπου οι διαδικασίες πρόσληψης είναι πολύ και δυσκίνητες» εξηγεί.

Η αρχική σκέψη του ζευγαριού ήταν «θα πάμε για δύο χρόνια στη Γερμανία και στη συνέχεια θα ζήσουμε στην Ελλάδα». 13 χρόνια μετά είναι ακόμη εκεί και την οικογενειακή τους ευτυχία έχουν συμπληρώσει δύο παιδιά. Γιατί προτίμησαν τη Γερμανία;

«Είναι λίγο δύσκολο να το εξηγήσω σε έναν Έλληνα αυτό (όπως θα ήταν πολύ δύσκολο να το εξηγήσει κάποιος σε εμένα πριν 13 χρόνια), όταν αυτό που έχεις ζήσει από παιδί στην καθημερινότητά σου στην Ελλάδα είναι τόσο διαφορετικό. Ξέρεις ότι κάτι σε ενοχλεί, αλλά δεν ξέρεις τι. Νομίζεις ότι εσύ ζητάς πολλά» μας λέει. Στο εξωτερικό δεν είναι πάντα εύκολα τα πράγματα, είναι όμως ξεκάθαρα και σταθερά. «Μπαίνεις σε ένα νέο σύστημα το πολεμάς, σε πολεμάει, το ζεις, αρχίζεις να το μαθαίνεις, να το καταλαβαίνεις, σε καταλαβαίνει και αυτό. Σταματάς να το πολεμάς, ενσωματώνεσαι και συνειδητοποιείς, ότι τα πολλά που νόμιζες ότι ζητούσες, σε ένα άλλο σύμπαν είναι τα “βασικά”» εξηγεί.

Παρόλα αυτά δεν σταμάτησαν να νοσταλγούν στα χρόνια της κρίσης την Ελλάδα και να σκέφτονται την προοπτική επιστροφής. Αλλά έμπαιναν και άλλοι παράγοντες στην εξίσωση: «Αν ήμουν μόνη μου, μπορεί να το είχα ήδη κάνει. Τέσσερις άνθρωποι, μικροί-μεγάλοι σχεδιάζαμε ε κατά καιρούς την “έξοδο”, τα βάζαμε κάτω, τα μετρούσαμε και πάντα το άθροισμα έβγαινε αρνητικό».

Ο πιο σημαντικός λόγος, προ πανδημίας, ήταν ο φόβος να ανατραπεί μία στρωμένη, ποιοτική καθημερινότητα για εκείνη, τον σύζυγό της και κυρίως τα παιδιά. «Ήταν ο παιδικός σταθμός που ήταν 200μ από το σπίτι και μου έδινε τη δυνατότητα να εργάζομαι και να μεγαλώνω τα παιδιά μου. Ήταν ότι μπορούσα να πηγαίνω στη δουλειά με το ποδήλατο. Ήταν οι παιδικές χαρές και οι αλάνες…».

Και σε επαγγελματικό επίπεδο «ήταν η καλύτερη προσφορά που ήρθε από την Γερμανία, όταν βρήκαμε μια καλή προσφορά στην Ελλάδα». Τα κίνητρα, τονίζει η Μαρία Πατσατζή, δε θα είναι ποτέ αρκετά, αν δεν εντάσσονται σε ένα ευρύτερο πλαίσιο «το οποίο πλέον το γνωρίζω πώς μπορεί να είναι καλύτερο, αλλά δε θέλει». Η πανδημία πάντως επανέφερε τις σκέψεις για επιστροφή στην Ελλάδα. «Η κοινωνική ζωή των παιδιών έχει μπει εδώ και μήνες στον πάγο, οπότε οι δεσμοί έχουν αρχίσει να χαλαρώνουν. Όσο για τη δουλειά, μπορεί να γίνει από παντού, οπότε αρχίσαμε να το συζητάμε πάλι σοβαρά».

Σκοντάφτουν όμως σε ένα πολύ σοβαρό εμπόδιο: Το σχολείο. «Είναι ένα θέμα που εδώ είναι λυμένο. Όχι με τέλειο τρόπο, αλλά με στοιχειώδη, ή και λίγο παραπάνω, ώστε να μπορεί ένα παιδί να βρει την κλίση του και κατ’επέκταση να εξελιχθεί». Με βάση τα όσα ακούει σήμερα και την εμπειρία που είχε η ίδια ως παιδί στην Ελλάδα, αντιλαμβάνεται ότι ακόμη εμείς είμαστε αρκετά πίσω σε αυτό, οι εναλλακτικές είναι πολύ περιορισμένες. «Διστάζω να πάρω έτσι απλά μια απόφαση, η οποία θα επηρεάσει τόσο καθοριστικά το μέλλον των παιδιών μου».

Δεν παύει όμως να ελπίζει.

«Ίσως κάποια πράγματα να έρθουν πιο γρήγορα από ότι περιμένουμε. Τα κλασσικά πρότυπα διαβίωσης αλλάζουν ριζικά, μέσα από τις πρωτόγνωρες συνθήκες που δημιούργησε η πανδημία. Και ίσως τα κίνητρα γίνουν μια μέρα αρκετά. Για να δούμε…»

Διαβάστε τη συνέχεια στο moneyreview.gr

Πηγή

Σχετικά

Back to top